Navigation Path: Home > Publications > Monthly Bulletin > Editorials > 2007 > 12 Ιουλίου 2007
Κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2007, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε, βάσει της τακτικής οικονομικής και νομισματικής ανάλυσης που διενεργεί, να διατηρήσει αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ. Οι πληροφορίες που έχουν καταστεί διαθέσιμες μετά την απόφαση που έλαβε το Διοικητικό Συμβούλιο στις 6 Ιουνίου να αυξήσει τα επιτόκια επιβεβαίωσαν περαιτέρω το σκεπτικό στο οποίο είχε στηριχθεί η εν λόγω απόφαση. Επιβεβαίωσαν επίσης ότι οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τη σταθερότητα των τιμών εξακολουθούν να υπόκεινται σε ανοδικούς κινδύνους. Δεδομένου του θετικού οικονομικού περιβάλλοντος στη ζώνη του ευρώ, η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ παραμένει διευκολυντική, καθώς οι συνολικές συνθήκες χρηματοδότησης είναι ευνοϊκές, η νομισματική και πιστωτική επέκταση είναι έντονη και η ρευστότητα στη ζώνη του ευρώ είναι άφθονη. Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, εξακολουθεί να απαιτείται έγκαιρη και αποφασιστική δράση για τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεχίσει να παρακολουθεί προσεκτικά όλες τις εξελίξεις, προκειμένου να διασφαλίσει ότι δεν θα υλοποιηθούν κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα και ότι οι μεσομακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ θα παραμείνουν σταθεροποιημένες σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών. Αυτή η σταθεροποίηση αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου η νομισματική πολιτική να συμβάλλει διαρκώς στη στήριξη της διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας στη ζώνη του ευρώ.
Αναφορικά με την οικονομική ανάλυση, τα πλέον πρόσφατα δεδομένα και τα αποτελέσματα ερευνών παρέμειναν σε γενικές γραμμές θετικά, ενισχύοντας την άποψη ότι η οικονομική δραστηριότητα στη ζώνη του ευρώ το δεύτερο τρίμηνο του 2007 εξακολούθησε να επεκτείνεται με σταθερούς ρυθμούς, συμβαδίζοντας με το βασικό σενάριο του Διοικητικού Συμβουλίου.
Σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για την οικονομική δραστηριότητα παραμένουν ευνοϊκές. Υπάρχουν οι συνθήκες προκειμένου η οικονομία της ζώνης του ευρώ να εξακολουθήσει να αναπτύσσεται με σταθερό ρυθμό. Όσον αφορά το εξωτερικό περιβάλλον, η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη έχει κατανεμηθεί πιο ισόρροπα μεταξύ των επιμέρους οικονομικών περιοχών και, παρότι μετριάστηκε κάπως, παραμένει ισχυρή. Έτσι, οι εξωτερικές συνθήκες εξακολουθούν να στηρίζουν τις εξαγωγές της ζώνης του ευρώ. Η εγχώρια ζήτηση στη ζώνη του ευρώ αναμένεται επίσης να διατηρήσει το σχετικά έντονο δυναμισμό της. Οι επενδύσεις αναμένεται να παραμείνουν δυναμικές, επωφελούμενες από τις γενικότερες συνθήκες χρηματοδότησης που εξακολουθούν να είναι ευνοϊκές, τη συσσωρευμένη και συνεχιζόμενη υψηλή κερδοφορία των εταιρειών, την αναδιάρθρωση των λογιστικών τους καταστάσεων, καθώς και τη βελτίωση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων που έχει επιτευχθεί σε παρατεταμένη χρονική περίοδο. Παράλληλα, η κατανάλωση αναμένεται να ενισχυθεί από την εξέλιξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, καθώς οι συνθήκες στην αγορά εργασίας εξακολουθούν να βελτιώνονται.
Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν αυτές τις ευνοϊκές προοπτικές για την οικονομική ανάπτυξη είναι σε γενικές γραμμές ισορροπημένοι στο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Σε μεσομακροπρόθεσμους ορίζοντες, εξακολουθούν να επικρατούν καθοδικοί κίνδυνοι, οι οποίοι απορρέουν κυρίως από εξωτερικούς παράγοντες. Σε αυτούς τους παράγοντες περιλαμβάνονται ιδίως φόβοι για αύξηση των πιέσεων προστατευτισμού, το ενδεχόμενο περαιτέρω ανόδου των τιμών του πετρελαίου, ανησυχίες για πιθανές μη ομαλές εξελίξεις λόγω των παγκόσμιων ανισορροπιών και πιθανή μεταστροφή του κλίματος στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Όσον αφορά την εξέλιξη των τιμών, όπως αντανακλάται στην προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) ήταν 1,9% τον Ιούνιο του 2007, αμετάβλητος σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες. Σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, η βραχυπρόθεσμη πορεία των ετήσιων ρυθμών πληθωρισμού εξακολουθεί να καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις τρέχουσες και τις προηγούμενες εξελίξεις στις τιμές της ενέργειας, καθώς η μεταβλητότητα που εμφάνισαν πέρυσι οι τιμές της ενέργειας οδηγεί σε σημαντικές επιδράσεις της βάσης σύγκρισης. Με βάση τις σημερινές τιμές του πετρελαίου και τις τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί του πετρελαίου, οι οποίες παρουσιάζουν ανοδική κλίση, οι ετήσιοι ρυθμοί πληθωρισμού είναι πιθανόν να σημειώσουν μικρή μόνο πτώση τους προσεχείς μήνες και να αυξηθούν εκ νέου σημαντικά προς τα τέλη του έτους.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ο οποίος είναι ο ορίζοντας που ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική, οι κίνδυνοι που αφορούν τις προοπτικές για τη σταθερότητα των τιμών εξακολουθούν να είναι ανοδικοί. Οι εν λόγω κίνδυνοι συνδέονται κυρίως με το εγχώριο περιβάλλον. Πιο συγκεκριμένα, καθώς η χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού στην οικονομία της ζώνης του ευρώ βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο και οι αγορές εργασίας εξακολουθούν να βελτιώνονται, εμφανίζονται περιορισμοί οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν ειδικότερα σε εντονότερες από ό,τι αναμένεται μισθολογικές εξελίξεις. Επιπλέον, σε ένα τέτοιο περιβάλλον ενδέχεται να αυξηθεί η τιμολογιακή δύναμη σε τμήματα της αγοράς με χαμηλό ανταγωνισμό. Οι εξελίξεις αυτές θα προκαλούσαν σημαντικούς ανοδικούς κινδύνους διατάραξης της σταθερότητας των τιμών. Επομένως, έχει καίρια σημασία όλες οι ενδιαφερόμενες πλευρές να ανταποκριθούν στις ευθύνες τους. Οι μισθολογικές συμφωνίες ειδικότερα θα πρέπει να είναι επαρκώς διαφοροποιημένες ώστε να λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές, το ακόμη υψηλό επίπεδο της ανεργίας σε πολλές οικονομίες, καθώς και την εξέλιξη της παραγωγικότητας στους διάφορους τομείς. Το Διοικητικό Συμβούλιο τονίζει πόσο σημαντικό είναι να αποφευχθούν οι μισθολογικές εξελίξεις που θα μπορούσαν τελικά να οδηγήσουν σε πληθωριστικές πιέσεις και να βλάψουν την αγοραστική δύναμη όλων των πολιτών της ζώνης του ευρώ. Επιπλέον, ανοδικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών προκύπτουν από αυξήσεις των διοικητικά καθοριζόμενων τιμών και των έμμεσων φόρων, οι οποίες είναι υψηλότερες απ’ ό,τι αναμενόταν μέχρι σήμερα, και από την κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής που ακολουθεί ενδεχομένως τις κυκλικές διακυμάνσεις σε ορισμένες χώρες. Τέλος, όσον αφορά το εξωτερικό περιβάλλον, ανοδικοί κίνδυνοι απορρέουν από την πιθανότητα περαιτέρω μη αναμενόμενων αυξήσεων των τιμών του πετρελαίου.
Η νομισματική ανάλυση επιβεβαιώνει ότι σε μεσομακροπρόθεσμους ορίζοντες επικρατούν ανοδικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών. Ο υποκείμενος ρυθμός της νομισματικής επέκτασης παραμένει ισχυρός, σε ένα πλαίσιο ήδη άφθονης ρευστότητας. Η συνεχιζόμενη έντονη νομισματική επέκταση αντανακλάται στη συνεχιζόμενη ταχεία αύξηση του Μ3, ο ετήσιος ρυθμός της οποίας ανήλθε το Μάιο σε 10,7%, καθώς και στο ακόμη υψηλό επίπεδο πιστωτικής επέκτασης. Ο υψηλός ρυθμός νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης αντανακλά εν μέρει τις ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης και την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη.
Κατά τον προσδιορισμό και την αξιολόγηση των υποκείμενων τάσεων της νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης που ενδιαφέρουν τη νομισματική πολιτική, είναι σημαντικό η εξέταση να μην περιορίζεται στην πιο βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα και στις επιδράσεις των μεταβολών της κλίσης της καμπύλης αποδόσεων και εξωτερικών παραγόντων που είναι πιθανόν να αποδειχθούν προσωρινές. Υπό αυτή την οπτική, υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι η άνοδος των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων επηρεάζει πλέον τη δυναμική των νομισματικών μεγεθών, αν και μέχρι τώρα δεν έχει περιορίσει σημαντικά τη συνολική ένταση του υποκείμενου ρυθμού νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης. Για παράδειγμα, οι αυξήσεις των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων έχουν συμβάλει σε μια πιο συγκρατημένη επέκταση του στενού νομισματικού μεγέθους M1 τα τελευταία τρίμηνα. Αντίστοιχα, ο ετήσιος ρυθμός ανόδου των δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα έχει παρουσιάσει κάποιες ενδείξεις σταθεροποίησης από τα μέσα του 2006, αν και σε διψήφια επίπεδα. Η σταθεροποίηση του ρυθμού ανόδου των δανείων γίνεται τώρα πιο γενικευμένη και είναι εμφανής στο δανεισμό τόσο των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών. Όσον αφορά τα τελευταία, η σταθεροποίηση του ρυθμού ανόδου των δανείων αντανακλά επίσης κάποια συγκράτηση στη δυναμική των τιμών των κατοικιών, παρόλο που ο ρυθμός ανόδου των τιμών των κατοικιών παραμένει σε υψηλά επίπεδα κατά μέσο όρο στη ζώνη του ευρώ.
Δεδομένης της συνεχιζόμενης έντονης νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για ανοδικούς κινδύνους διατάραξης της σταθερότητας των τιμών μεσομακροπρόθεσμα. Μετά από ισχυρή νομισματική επέκταση επί σειρά ετών, η ρευστότητα στη ζώνη του ευρώ παραμένει άφθονη. Σε αυτό το περιβάλλον, οι νομισματικές εξελίξεις εξακολουθούν να απαιτούν πολύ προσεκτική παρακολούθηση, ιδίως στο πλαίσιο της επέκτασης της οικονομικής δραστηριότητας και των ακόμη έντονων εξελίξεων στις αγορές ακινήτων.
Εν περιλήψει, κατά την αξιολόγηση των τάσεων των τιμών, είναι σημαντικό η εξέταση να μην περιορίζεται στην τυχόν βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα των ρυθμών πληθωρισμού. Ο μεσοπρόθεσμος ορίζοντας είναι εκείνος που ενδιαφέρει τη νομισματική πολιτική. Οι κίνδυνοι που αφορούν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τη σταθερότητα των τιμών παραμένουν ανοδικοί και συνδέονται ιδίως με το εσωτερικό περιβάλλον. Καθώς η χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο και οι αγορές εργασίας εξακολουθούν να βελτιώνονται, εμφανίζονται περιορισμοί που θα μπορούσαν ιδίως να οδηγήσουν σε εντονότερες από ό,τι αναμένεται εξελίξεις των μισθών και των περιθωρίων κέρδους. Δεδομένης της ταχείας νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης σε ένα περιβάλλον ήδη άφθονης ρευστότητας, η διασταύρωση του αποτελέσματος της οικονομικής ανάλυσης με εκείνο της νομισματικής ανάλυσης στηρίζει την εκτίμηση ότι επικρατούν ανοδικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών μεσομακροπρόθεσμα. Γι’ αυτό και το Διοικητικό Συμβούλιο θα παρακολουθεί στενά όλες τις εξελίξεις προκειμένου να διασφαλίσει ότι δεν θα υλοποιηθούν κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα και ότι οι μεσομακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ θα παραμείνουν σταθεροποιημένες σε επίπεδα συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών. Αναφορικά με τις μελλοντικές εξελίξεις, εξακολουθεί να απαιτείται έγκαιρη και αποφασιστική δράση για τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα.
Όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, το Διοικητικό Συμβούλιο σημειώνει με ανησυχία τις πιέσεις που εκδηλώνονται σε αρκετές χώρες για χαλάρωση των προηγούμενων στόχων δημοσιονομικής εξυγίανσης. Στο πλαίσιο του τρέχοντος ευνοϊκού, γενικότερα, οικονομικού περιβάλλοντος, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη συμμόρφωσης όλων των κυβερνήσεων προς τις διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης περί δημοσιονομικής εξυγίανσης στη διάρκεια της ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας και τήρησης εκ μέρους όλων των ενδιαφερόμενων χωρών των δεσμεύσεων που ανέλαβαν κατά τη σύνοδο της Ομάδας Ευρώ στο Βερολίνο, στις 20 Απριλίου 2007. Όπως συμφωνήθηκε στο Βερολίνο, η αξιοποίηση των ευνοϊκών κυκλικών συνθηκών θα δώσει τη δυνατότητα στις περισσότερες χώρες της ζώνης του ευρώ να επιτύχουν τους μεσοπρόθεσμους στόχους τους το 2008 ή το 2009, ενώ όλες οι χώρες θα πρέπει να στοχεύουν στο 2010 το αργότερο. Αυτές οι δεσμεύσεις θα πρέπει να αντανακλώνται στα σχέδια προϋπολογισμών του 2008, ούτως ώστε να μην επαναληφθεί η προηγούμενη αδυναμία των κυβερνήσεων να διορθώσουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα στη διάρκεια της ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας. Ταυτόχρονα, το Διοικητικό Συμβούλιο εκφράζει την ικανοποίησή του για την έμφαση που δίδει το Συμβούλιο ECOFIN σε μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας των δημόσιων οικονομικών.
Όσον αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, το Διοικητικό Συμβούλιο υποστηρίζει αμέριστα κάθε μέτρο που βελτιώνει τη λειτουργία των αγορών προϊόντων, εργασίας και των χρηματοπιστωτικών αγορών. Στο πλαίσιο των Ενοποιημένων Κατευθύνσεων για την Ανάπτυξη και την Απασχόληση, τα κράτη μέλη της ΕΕ σημείωσαν ότι η καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο του προγράμματος της Λισσαβώνας και ότι οι τέσσερις ελευθερίες που προβλέπει θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, η ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς αποτελεί προτεραιότητα για τα κράτη μέλη, ιδίως όσον αφορά την περαιτέρω ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών, την επίτευξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην αγορά ενέργειας και την υλοποίηση της Οδηγίας περί υπηρεσιών. Ο αυξημένος ανταγωνισμός στις αγορές και ο περιορισμός των διασυνοριακών φραγμών ωφελούν τους καταναλωτές, εφόσον έχουν ως αποτέλεσμα χαμηλότερες τιμές και μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων. Για τις επιχειρήσεις, συνεπάγονται υψηλότερη αποδοτικότητα, μεγαλύτερο δυναμισμό, καθώς και αυξημένη ικανότητα αντιμετώπισης των οικονομικών διαταραχών και ανταπόκρισης στις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που δημιουργεί η παγκοσμιοποίηση. Η τήρηση της αρχής της «οικονομίας ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό» είναι ζωτικής σημασίας για την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης οικονομικής ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας, την αύξηση της ανθεκτικότητας της ζώνης του ευρώ στις οικονομικές διαταραχές και τη διευκόλυνση της διατήρησης της σταθερότητας των τιμών στη ζώνη του ευρώ. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε στην τελευταία σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, κατά την οποία οι ηγέτες της ΕΕ συμφώνησαν να προσαρτηθεί ένα νέο πρωτόκολλο στις Συνθήκες, στο πλαίσιο της Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Στο εν λόγω πρωτόκολλο υπογραμμίζεται ότι μια εσωτερική αγορά η οποία θα περιλαμβάνει ένα σύστημα αποτροπής των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού είναι αναγκαία για την καλή λειτουργία των οικονομιών της ΕΕ.
Το παρόν τεύχος του Μηνιαίου Δελτίου περιλαμβάνει δύο άρθρα. Στο πρώτο άρθρο περιγράφονται και ερμηνεύονται οι νομισματικές εξελίξεις στη ζώνη του ευρώ έως τα μέσα του 2004. Στο δεύτερο άρθρο εξετάζονται βασικά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις στις κυριότερες χώρες εξαγωγής πετρελαίου.
Αρχή της σελίδας